Home
Meditron

Μενού Διαχείρισης

Ημερολόγιο Εγγραφών

« Αύγουστος 2020 »
Δευ Τρί Τετ Πέμ Παρ Σάβ Κυρ
          1 2
3 4 5 6 7 8 9
10 11 12 13 14 15 16
17 18 19 20 21 22 23
24 25 26 27 28 29 30
31            

Ελαστογραφία : νέα προσέγγιση στην υπερηχοτομογραφία

                                                           ΕΛΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΝΕΑ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΗΧΟΓΡΑΦΙΚΗ  ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΤΩΝ ΟΓΚΙΔΙΩΝ

ΤΟΥ  ΜΑΣΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΥΡΕΟΕΙΔΟΥΣ ΑΔΕΝΑ

 

           Με την κλασσική υπερηχοτομογραφία (τεχνικές  Β-mode, Tissue  harmonicκαι 3D/4D) οποιαδήποτε βλάβη του μαστού ή του θυρεοειδούς αδένα αξιολογείται ως προς την εντόπιση, το μέγεθος, τη μορφολογία και τη συμπαγή ή κυστική σύσταση της. Επιπλέον, με την τεχνική Color  Doppler  χαρακτηρίζουμε την αγγείωση του ογκιδίου, αξιολογώντας την κατανομή των αγγείων εντός της βλάβης, καθώς και την ταχύτητα ροής των παθολογικών αγγείων (π.χ. από ιατρικές μελέτες αποδεικνύεται ότι η κεντρομόλος κατανομή των αγγείων και οι ταχύτητες PS άνω των 25cm/sec  αυξάνουν την πιθανότητα  κακοήθειας μιας εξεργασίας μαστού).

 

           Η Ελαστογραφία ακολουθεί την κλασσική υπερηχογραφική εξέταση και έρχεται να προσθέσει μια σημαντική πληροφορία, αξιολογώντας την ελαστικότητα της βλάβης ( έχει αποδειχθεί ότι οι κακοήθεις βλάβες κατά κανόνα έχουν μικρότερη ελαστικότητα).

Η Ελαστογραφία έχει θέση στην εκτίμηση οποιασδήποτε βλάβης του θυρεοειδούς αδένα και του μαστού, Ωστόσο, η διαγνωστική της αξία είναι ανεκτίμητη στην  αξιολόγηση μιας ισοηχοικής εξεργασίας, ενός μικρού ~0,5–1 εκ. ψηλαφητού ογκιδίου  ή της μετεπεμβατικής περιοχής.

Κατά τη διάρκεια της εξέτασης ασκούνται πολλαπλές διαδοχικές  πιέσεις  στην περιοχή της ύποπτης βλάβης ( πάνω στο μαστό ή στο θυρεοειδή αδένα) και το υπερηχογραφικό μηχάνημα καταγράφει τις μεταβολές της ηχοαντανάκλασης ανάλογα με το πόσο ελαστική ή ανελαστική είναι η υποκείμενη βλάβη. Το αποτέλεσμα αξιολογείται βάσει της χρωματικής σκάλας ( π.χ. από το σκούρο μπλέ χρώμα της σκληρής βλάβης, μέχρι το πράσινο και το κόκκινο της ελαστικής βλάβης). Εκτός από το «χρωματικό»  έλεγχο, με τον υπολογισμό του δείκτη παραμόρφωσης (strainratio)  υπάρχει και η δυνατότητα «ποσοτικής»  μέτρησης της ελαστικότητας της βλάβης (συγκριτικά με το φυσιολογικό παρέγχυμα ή σε σχέση με την ελαστικότητα του φυσιολογικού λιπώδους ιστού). Η πιθανότητα κακοήθειας μιας εξεργασίας θεωρείται αυξημένη σε βλάβες με δείκτη παραμόρφωσης άνω των 5, γεγονός που αποτελεί  ένδειξη περαιτέρω ελέγχου, χωρίς να χάνεται πολύτιμος χρόνος . Έτσι, αποφεύγονται και οι  άσκοπες βιοψίες σε βλάβες με δείκτη παραμόρφωσης κάτω των 5, η βλάβη μπορεί να επανεκτιμηθεί  (μετά από ένα εξάμηνο ή ένα τρίμηνο ανάλογα με το σύνολο των κλινικοεργαστηριακών ευρημάτων) ή ο/η ασθενής να ακολουθήσει την τακτική ετήσια παρακολούθηση.